"Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα..."

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να θέσουν ακαδημαϊκούς στόχους;

Τις περισσότερες φορές ως γονείς αποτυγχάνουμε να ταυτίσουμε την ακαδημαϊκή επιτυχία με τη διαδικασία θέσπισης στόχων. Περιμένουμε από τα παιδιά να έχουν ως βασικό τους στόχο και προτεραιότητα τη σχολική επιτυχία και πολλές φορές θεωρούμε πως ο στόχος αυτός είναι δεδομένος. Ωστόσο, φαίνεται πως η σχολική επιτυχία δεν αποτελεί απαραίτητα προσωπικό στόχο και επιδίωξη των παιδιών και πως ίσως χρειάζεται οι γονείς να υποβοηθήσουν τα παιδιά στη θέσπιση ακαδημαϊκών στόχων.

Η σημασία του να αποκτήσει το παιδί προσωπικούς στόχους, τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και σε άλλους τομείς της ζωής του, έχει αναδειχθεί μέσα από τη δουλειά της καθηγήτριας Σχολικής Ψυχολογίας Λόρι Ντεσοτέλ. Σύμφωνα με την ίδια, είναι σημαντικό το παιδί να αποκτήσει ένα συναισθηματικό δεσμό με το στόχο του. Ο συναισθηματικός δεσμός με το στόχο φαίνεται να επιτυγχάνεται σπάνια, καθώς η επιτυχία των παιδιών μετράται σύμφωνα με τους στόχους που οι ενήλικες έχουν θέσει για εκείνα και όχι με εκείνα.

Επομένως, βασικός παράγοντας της σχολικής επιτυχίας των παιδιών φαίνεται να είναι η ανάληψη προσωπικής ευθύνης για την πορεία της μάθησής τους και η δημιουργία ενός συναισθηματικού δεσμού με τους ακαδημαϊκούς τους στόχους. Με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε, όμως, να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναπτύξουν τους δικούς τους προσωπικούς στόχους; Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η επικοινωνία με το παιδί. Να το ρωτάμε πώς νιώθει και τι θέλει στην πραγματικότητα- και να προσπαθήσουμε να το ακούσουμε πραγματικά, χωρίς να παρεμβαίνουμε ή να επικρίνουμε τα λεγόμενά του.

Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εφαρμόσουμε μεθόδους που χρησιμοποιούν την αποτελεσματική επικοινωνία για την ενδυνάμωση του παιδιού. Αρχικά, είναι βοηθητικό να ρωτήσουμε το παιδί πώς αισθάνεται για το σχολείο. Αυτή τη χρονιά, ποια θεωρεί ότι θα είναι τα πιο εύκολα για εκείνο μαθήματα και ποια τα πιο δύσκολα; Είναι σημαντικό να ακούσουμε τι έχει να πει, χωρίς να σχολιάζουμε, λέμε τη γνώμη μας ή να δίνουμε συμβουλές. Αφού το παιδί μας δώσει τη δική του οπτική, μπορούμε να το ρωτήσουμε τόσο για τα «εύκολα» όσο και για τα «δύσκολα» μαθήματα τι θα ήθελε να έχει καταφέρει μέχρι το τέλος της χρονιάς. Η επίτευξη ποιου στόχου θα το έκανε περήφανο; Ίσως παρατηρήσουμε ότι το παιδί θέτει πολύ υψηλούς στόχους, η επίτευξη των οποίων δεν είναι ρεαλιστική. Ωστόσο, είναι σημαντικό να μην επέμβουμε, καθώς αυτός είναι ο δικός του προσωπικός στόχος.

Στη συνέχεια, μπορούμε να του πούμε πως το ίδιο είναι ο καλύτερος κριτής του εαυτού του και της προόδου του και πως αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι οι βαθμοί σε κάθε τεστ, αλλά το πώς το ίδιο αξιολογεί με την πάροδο των εβδομάδων την πρόοδό του. Ο τρόπος με τον οποίο το κάθε παιδί επιλέγει να αξιολογεί την πρόοδό του, θα μπορούσε να είναι μια πρόκληση για το ίδιο και μια δημιουργική δραστηριότητα, που φυσικά διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία του. Το σημαντικό είναι να βοηθήσουμε το παιδί να θέσει βραχυπρόθεσμους στόχους μέχρι να φτάσει στο μακροπρόθεσμο. Ο δικός μας ρόλος ως γονέας μπορεί να είναι αυτός του εξωτερικού παρατηρητή, που βοηθά το παιδί να παρακολουθεί την πρόοδό του και να θέτει τους δικούς του προσωπικούς στόχους, προκειμένου να φτάσει στο αποτέλεσμα που το ίδιο επιθυμεί.

Σχολικός Εκφοβισμός: "Αντιμετώπισε έναν Νταή χωρίς να χρησιμοποιήσεις τις γροθιές σου"


Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Φιλοσοφικός λόγος Α΄: Πλάτωνος Πρωταγόρας και Πολιτεία (η αλληγορία του σπηλαίου), Γ΄ Γενικού Λυκείου, θεωρητικής κατεύθυνσης

Συντελεστές
Εκδότης : ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ
Συγγραφέας : Αναγνωστοπούλου Δώρα

Περιγραφή
Το βιβλίο Φιλοσοφικός λόγος Α΄: Πλάτωνα Πρωταγόρας και Πολιτεία, Γ΄ Γενικού Λυκείου περιλαμβάνει όλα τα ερμηνευτικά σχόλια ανάλυσης των κειμένων που είναι αναγκαία για τη σωστή προετοιμασία των υποψηφίων για τις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Περιλαμβάνει:

– Πλήρη ερμηνευτική ανάλυση σύμφωνα με τα σχόλια του σχολικού βιβλίου, του βιβλίου καθηγητή, του βιβλίου «Αξιολόγηση» του ΚΕΕ και του Ψηφιακού Βοηθήματος του Υπ. Παιδείας στο www.study4exams.gr 

– Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

– Απαντήσεις στις ερωτήσεις του βιβλίου «Αξιολόγηση»του ΚΕΕ

– Θέματα Πανελλαδικών εξετάσεων

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Θεματικοί Κύκλοι για την Έκθεση: Γλωσσομάθεια

[Η γλωσσομάθεια είναι το εθνικό χόμπι μας]


Οι Έλληνες έχουμε έφεση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών και η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου μας το αναγνωρίζει έφεση στις ξένες γλώσσες, είτε για να αποκτήσουν πλεονέκτημα στην απαιτητική αγορά εργασίας του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου είτε από χόμπι, παρουσιάζουν σταθερά οι Έλληνες. Το γεγονός αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ειδικά όταν, σύμφωνα με έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 83% των Ευρωπαίων αναγνωρίζει μεν τη σημασία της γνώσης ξένων γλωσσών, περίπου ένας στους δύο (44%) όμως παραδέχεται ότι δεν μπορεί να κάνει ολοκληρωμένη συζήτηση σε άλλη γλώσσα, πέραν της μητρικής. Παρ΄ όλα αυτά, υπάρχουν και ορισμένοι Ευρωπαίοι οι οποίοι ανεξάρτητα από τις κλασικές ή όχι σπουδές τους επιδιώκουν να μάθουν Ελληνικά. 

Η τάση αυτή των Ελλήνων τούς οδηγεί και στην εκμάθηση πιο... σπάνιων γλωσσών. Η ιστορικός κυρία Κατερίνα Χάλκου αγαπά το θέατρο. Πριν από δύο χρόνια άρχισε μαθήματα ρωσικής γλώσσας. «Αισθανόμουν ότι διαβάζοντας και βλέποντας ρωσικό θέατρο σε μετάφραση κάτι έχανα» είπε στο «Βήμα». Άρχισε εντατικά μαθήματα, έξι ώρες την εβδομάδα τον πρώτο χρόνο και τέσσερις, τον δεύτερο. Γνωρίζει ήδη αγγλικά και γαλλικά και ομολογεί ότι τα ρωσικά τη δυσκόλεψαν στην αρχή. «Χρειάστηκαν τρεις μήνες να εξοικειωθώ με το αλφάβητο και να μπορώ να διαβάσω στα ρωσικά». Μπορεί πλέον να κάνει μια απλή συζήτηση στα ρωσικά και φιλοδοξεί κάποια στιγμή να μπορεί να απολαύσει τον «Γλάρο» του Τσέχοφ στο πρωτότυπο. Στο μεταξύ έδωσε εξετάσεις για την απόκτηση του πρώτου πιστοποιητικού γλωσσομάθειας στα ρωσικά. «Θέλω να έχω και κάποιο πτυχίο που να πιστοποιεί τις γνώσεις μου. Θεωρώ ότι μια τρίτη γλώσσα, και μάλιστα κάποια που δεν συγκαταλέγεται στις “κλασικές” ευρωπαϊκές γλώσσες που μαθαίναμε συνήθως, αποτελεί δεξιότητα που εμπλουτίζει το βιογραφικό μου».

«Είναι γλωσσομαθείς οι Έλληνες,με ενδιαφέρον και μεγάλη επιτυχία στην εκμάθηση ξένων γλωσσών.Υπάρχουν σπουδαστές στο Διδασκαλείο που παρακολουθούν ταυτόχρονα τέσσερις ξένες γλώσσες» ανέφερε ο κ. Ιωάννης Κογκετσίδης , γραμματέας του Διδασκαλείου Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο παραδίδονται μαθήματα ξένων γλωσσών από το 1931. Εφέτος διδάσκονται 21 γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες ιαπωνικά, κορεατικά, περσικά και αραβικά. Δημοφιλέστερη είναι τα ισπανικά. «Είναι σταθερά η πρώτη γλώσσα τα τελευταία επτά χρόνια, με δεύτερη τα αγγλικά και τρίτη τα ιταλικά» σύμφωνα με τον κ. Κογκετσίδη. Ακολουθούν τα γερμανικά, τα ιαπωνικά, τα αραβικά, τα κινεζικά και τα ρωσικά. Συνολικά εφέτος έχουν εγγραφεί στο Διδασκαλείο 3.220 σπουδαστές, αριθμός περίπου σταθερός τα τελευταία τρία χρόνια.

Η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ όπου καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά γλωσσομάθειας. Το 44,8% των Ελλήνων ηλικίας 25-64 ετών δηλώνει ότι μιλάει μια ξένη γλώσσα (35,7%, ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης), το 33,4% δήλωσε ότι δεν μιλάει καμία ξένη γλώσσα (36,2%, ο μέσος όρος στην ΕΕ) και το 21,9% δήλωσε ότι μιλάει δύο ή περισσότερες ξένες γλώσσες (28,1%, ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ). Από τα ίδια στοιχεία φαίνεται ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά μαθητών που διδάσκονται τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα καταγράφονται στην Ελλάδα (92%), στην Ιταλία (74%) και στην Ιρλανδία (73%).

Στη χώρα μας, και σε πιλοτική εφαρμογή, λειτουργεί από τις αρχές του σχολικού έτους πρόγραμμα διευρυμένου ωραρίου σε 800 ολοήμερα σχολεία της χώρας, όπου, μεταξύ άλλων, παρέχεται η δυνατότητα διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας, ήδη από την Α΄ τάξη του Δημοτικού καθώς και δεύτερης γλώσσας.

Εκ παραλλήλου με τις πιο δημοφιλείς γλώσσες οι 'Ελληνες επιδιώκουν να μάθουν γλώσσες-εργαλεία της δουλειάς τους. Η κυρία Αλεξία Μπούκα, καθηγήτρια σουηδικών σε ιδιωτικό φροντιστήριο, παρατηρεί εφέτος αύξηση του ενδιαφέροντος για τα σουηδικά. Η οικονομική κρίση περιορίζει τα έξοδα, μαζί με αυτά και τις δαπάνες για ξένες γλώσσες; «Πιστεύω ότι ακριβώς λόγω της κρίσης μαθαίνουν τη γλώσσα για να μπορέσουν να φύγουν για τη Σουηδία και να αναζητήσουν δουλειά εκεί». Στο φροντιστήριο φοιτούν συνολικά 30 σπουδαστές, όλοι ενήλικοι, και γνωρίζουν ήδη αγγλικά, αρκετοί και γερμανικά. «Οι περισσότεροι έχουν ηλικία μεταξύ 20-35 ετών. Μαθαίνουν τη γλώσσα για να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη Σουηδία. Πάρα πολλοί είναι οι γιατροί που προγραμματίζουν να κάνουν την ειδικότητά τους και να δουλέψουν στη Σουηδία διότι εκεί υπάρχει έλλειψη γιατρών».

«Να γιατί έμαθα να μιλώ και να γράφω ελληνικά»
Η κυρία Μπιάνκα Τιάνα Μας από την Ισπανία
Στην οικογένειά της είχαν πάντοτε έφεση στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών. Αλλά η επιλογή της να μάθει ελληνικά ξένισε. «Ηταν ασυνήθιστο» τονίζει. «Δεν φαινόταν να έχει άμεση χρησιμότητα». Η κυρία Μπιάνκα Τιάνα Μας είναι Ισπανίδα, πλέον η ζωή την έφερε να διαβιοί στην Ελλάδα, και βέβαια «δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να μάθω ελληνικά». Η Μπιάνκα χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να μάθει τη «δύσκολη και απαιτητική γλώσσα σας, αλλά είναι ίσως το βασικότερο στοιχείο να κατανοήσει κανείς τη σύγχρονη πραγματικότητα της κοινωνίας σας».

Τα ελληνικά τα έμαθε όταν τέθηκε το ζήτημα εμπλουτισμού των γνώσεών της στις ευρωπαϊκές γλώσσες και τα επέλεξε «από περιέργεια και ενδιαφέρον για την Αρχαιότητα, αλλά κυρίως το σήμερα». Στα πρώτα μαθήματα «δεν καταλάβαινα σχεδόν τίποτε». Τώρα πλέον, ύστερα από τέσσερα χρόνια μαθημάτων στη Μαδρίτη, «όταν ακόμη στο μυαλό μου δεν υπήρχε καν η ιδέα άφιξης και διαμονής στην Ελλάδα» και δύο χρόνια παραμονής στην Αθήνα, μιλά και γράφει με άνεση, έχοντας ως πιο αγαπημένες λέξεις «το “λουλούδι”΄ και το “ευχαριστώ΄΄. Στην πρώτη περίπτωση είναι σαν να ανοίγει το άνθος στις συλλαβές και στη δεύτερη σαν να εκφράζεται όλη η ευγνωμοσύνη του προσώπου σε ένα γεμάτο νόημα ρήμα».

«Η λέξη “παρόν” γειώνει μοναδικά τη στιγμή»
Με άριστες γνώσεις αγγλικών και γαλλικών, ο Γερμανός σκηνοθέτης θεάτρου κ. Μίχαελ Ζάιμπερ έμαθε νέα ελληνικά «για να υποβοηθήσω τη δουλειά μου, όταν χρειάστηκε να σκηνοθετήσω την ευριπίδεια τραγωδία “Τρωάδες” με Έλληνες ηθοποιούς». Δεν έκανε μαθήματα «με τη στενή έννοια του όρου», αλλά προμηθεύθηκε συγγράμματα ελληνικής και τον βοήθησαν «φίλοι φιλόλογοι και καθηγητές των Νέων Ελληνικών». Η δυσκολία μιας γλώσσας είναι «υποκειμενική υπόθεση. Η εκμάθηση των ελληνικών δεν θεωρώ ότι ήταν δύσκολη». Η αγαπημένη του λέξη είναι «“παρόν”, καθώς γειώνει τη στιγμή με μοναδικό τρόπο, δίνει το “εδώ και τώρα” όπως καμία άλλη γλώσσα». Αλλά παρατηρεί ότι «πολλές φορές οι Έλληνες, και κυρίως οι νέοι, κακοποιούν τη γλώσσα τους, ή δυσκολεύονται να εκφραστούν με πληρότητα σε αυτήν. Άραγε, για παράδειγμα, πόσες... ώρες αντιστοιχούν στη “μία η ώρα”΄, όταν λένε ορισμένοι “θα τα πούμε στις μία”...».


«Το Βήμα», 06/11/2011