"Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα..."

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Γιατί οι γυναίκες διστάζουν να αναλάβουν επιχειρηματική δράση;


Η κοινωνία, παρά τον εκσυγχρονισμό της και την αλλαγή του τρόπου αντιμετώπισης των δύο φύλων, εξακολουθεί να κάνει σαφή διάκριση μεταξύ γυναικείων και αντρικών ρόλων και συνεχίζει να προβάλλει διαφορετικά επαγγελματικά πρότυπα. Συγκεκριμένα παρατηρούμε ότι τα επιχειρηματικά ανοίγματα των γυναικών περιορίζονται στους τομείς της μεταποίησης, της κλωστοϋφαντουργίας, των ειδών ένδυσης και υπόδησης, περιποίησης προσώπου και σώματος. Από την άλλη μεριά, οι άντρες ιδρύουν και συντηρούν επιχειρήσεις επίπλων, μεταλλικών προϊόντων, καυσίμων και μέσων εγγραφής ήχου, εικόνας και πληροφορικής. Από τα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα, διακρίνουμε έναν διαφορετικό επαγγελματικό προσανατολισμό, ο οποίος οφείλεται κυρίως σε έναν διαφορετικό προσανατολισμό σπουδών και επαγγελμάτων και όχι τόσο στην έλλειψη ικανοτήτων. Η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι οι γυναίκες στρέφονται περισσότερο προς υπαλληλικά, επαγγέλματα διδασκαλίας και παροχής υπηρεσιών, ενώ δίνουν μικρή σημασία σε επιστημονικά, μηχανικά ή επιχειρηματικά επαγγέλματα (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 2002). Το γεγονός αυτό περιορίζει τους επιχειρηματικούς τους ορίζοντες και τις επαγγελματικές τους επιλογές. Ακόμα όμως και στους τομείς της ειδικότητάς τους δύσκολα θα αναλάβουν επιχειρηματική δράση. Εκτός όμως από τα επαγγελματικά πρότυπα βαρύνουσα σημασία έχουν τα κοινωνικά στερεότυπα και η φύση του γυναικείου ρόλου.
     Σύμφωνα, λοιπόν, με το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο ο ρόλος της γυναίκας εστιάζεται περισσότερο στην οικογενειακή παρά στην επαγγελματική ζωή (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 2001). Η κοινωνία τη θέλει περισσότερο καλή σύζυγο και στοργική μητέρα παρά επιτυχημένη επαγγελματία. Τη θέλει αδύναμη, χαριτωμένη, ευαίσθητη και υποτακτική και καθόλου μαχητική, φιλόδοξη και προικισμένη με ικανότητες αντιμετώπισης του ανταγωνισμού που κυριαρχεί στο χώρο των επιχειρήσεων, του μόχθου και της σκληρότητας. Πράγματι, όσο κι αν έχει αλλάξει ο ρόλος και η θέση της γυναίκας, παραμένει από τη φύση της ιδιαίτερα ανασφαλής, διστακτική και πεσιμίστρια ώστε να ανοίξει κάποια επιχείρηση. Έχει μάθει να ζυγίζει ορθολογικά όσα προτείνονται και το ρίσκο ότι θα διαθέσει κάποιο κεφάλαιο για κάποια επιχείρηση η οποία δε θα της αποφέρει βέβαια και ασφαλή κέρδη την αποτρέπει από το να το επιδιώξει. Κατά συνέπεια, προτιμά και αναζητά την εύκολη και ασφαλή θέση που της εξασφαλίζει ο δημόσιος τομέας ή αναλώνεται στο να εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος σε κάποια άλλη επιχείρηση, όχι δική της. Τα κοινωνικά στερεότυπα σε συνδυασμό με τις χαμηλές προσδοκίες για την προσωπική της επάρκεια και ικανότητα την αποτρέπει να αναλάβει δράση στον επιχειρηματικό τομέα και σε ένα ευρύτερο φάσμα επαγγελμάτων στα οποία θα μπορούσαν να αναδειχθεί (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 2002).
     Είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι και ο γάμος είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 2001). Ακόμη και σήμερα, που θεωρείται πολύ φυσικό να εργάζονται και οι δυο σύζυγοι, πολλές οικογένειες προτιμούν να παραμένει η σύζυγος στο σπίτι. Αρκετοί σύζυγοι δύσκολα ανέχονται να απουσιάζει η σύζυγός τους αρκετές ώρες από το σπίτι ώστε να αντεπεξέλθει στο απαιτητικό ωράριο των επιχειρήσεων. Απότοκος αυτού θα ήταν η παραμέληση των συζυγικών της καθηκόντων, γεγονός που επιφέρει ποικίλες προστριβές στο ζευγάρι και την οικογένεια. Οι σύζυγοι, άλλωστε, ανάλογα με το φύλο τους, εκφράζουν διαφορετική προθυμία προσαρμογής τους ο ένας στη σταδιοδρομία του άλλου. Αυτό που συνηθέστερα παρατηρείται είναι ότι οι γυναίκες προσαρμόζονται πιο πρόθυμα στις ανάγκες σταδιοδρομίας των ανδρών, απ’ ότι το αντίθετο (Σιδηροπούλου – Δημακάκου, 2002). Πολλές φορές, λοιπόν, οι γυναίκες αναγκάζονται να υποχωρήσουν και να μην στήσουν την επιχείρηση που επιθυμούσαν. Υπάρχει το ενδεχόμενο να το επιχειρήσουν μόνο όταν υπάρξει κάποια οικονομική ανάγκη και τότε αναγκαστεί και ο σύζυγός τους να υποχωρήσει. Πολλές από τις γυναίκες αυτές επιχειρούν μια «καθυστερημένη είσοδο» στον τομέα της επιχειρηματικότητας, είτε μετά από λύση του γάμου (διαζύγιο, θάνατος συζύγου) είτε εφόσον υπάρχουν παιδιά, αφού αυτά μεγαλώσουν και φύγουν από το σπίτι. Τότε διαπιστώνουν ότι την εποχή που επιστρέφουν στην αγορά εργασίας οι επαγγελματικές τους δεξιότητες είναι ξεπερασμένες ή ανεπαρκείς με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις. Γίνεται εύκολα κατανοητό το αίσθημα της απογοήτευσης που νιώθουν και η χαμηλή αυτεπάρκεια που βιώνουν.     
       Όπως και με το γάμο, η κοινωνική αντίληψη επιβάλλει στις γυναίκες να σταματούν τη σταδιοδρομία τους για την εγκυμοσύνη και να μην επιστρέφουν στη δουλειά μέχρις ότου και το τελευταίο παιδί να μην έχει ανάγκη φροντίδας (Σιδηροπούλου, 2001). Ακόμη και σήμερα όπου η απόκτηση του πρώτου παιδιού δε σημαίνει αυτόματα και το τέλος της επαγγελματικής ζωής της γυναίκας, άλλες γυναίκες συνεχίζουν να δουλεύουν ή σταματούν μετά και το δεύτερο παιδί, άλλες μένουν προσωρινά στο σπίτι, ενώ ένα ποσοστό γυναικών προσπαθούν να συνδυάσουν την εργασία εκτός σπιτιού με τις νέες υποχρεώσεις της φροντίδας των παιδιών μειώνοντας το χρόνο απασχόλησής τους (Παζαρζή, 2005). Αυτό θα ήταν εφικτό στο δημόσιο τομέα όπου οι γυναίκες καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτές τις δυσκολίες κάνοντας χρήση των αδειών εγκυμοσύνης και των γονικών και οικογενειακών αδειών. Εάν κάποια γυναίκα στήσει μια επιχείρηση όμως είναι αδύνατον να την κλείσει μέχρι να αναπτυχθούν τα παιδιά της και μετά να ξαναρχίσει από το μηδέν. Παράλληλα, ιδιαίτερες δυσκολίες αντιμετωπίζει όταν δεν υπάρχει κάποιο άτομο του συγγενικού της περιβάλλοντος ώστε να τη βοηθήσει στην ανατροφή του παιδιού, καθώς το ανελαστικό ωράριο των επιχειρήσεων δεν της επιτρέπει να βρίσκεται τις ώρες που απαιτούνται κοντά σ’ αυτό. Άλλωστε οι παιδικοί σταθμοί και το ολοήμερο σχολείο καλύπτουν κυρίως τις ανάγκες των γυναικών που εργάζονται στο δημόσιο τομέα και όχι των γυναικών που στήνουν μια επιχείρηση στην οποία θα πρέπει να αναλώνουν και πολλές απογευματινές ώρες. Το γεγονός αυτό στρέφει τις γυναίκες στη μερική απασχόληση και όχι στον τομέα της επιχειρηματικότητας, καθώς είναι ένας τρόπος να συνδυάσουν τη μισθωτή εργασία με τις ευθύνες και τη φροντίδα των παιδιών στο σπίτι (Παζαρζή, 2005).
      Εν κατακλείδι, χρειάζεται να επισημανθεί και η σημασία της ελλιπούς πληροφόρησης. Οι γυναίκες, κυρίως όσες ζουν σε επαρχιακές πόλεις και είναι μεγαλύτερης ηλικίας, παρατηρείται ότι δε γνωρίζουν τις υπηρεσίες παροχής βοήθειας και δεν είναι ενημερωμένες γύρω από το εργατικό δίκαιο. 

Βιβλιογραφικές Πηγές:

     Παζαρζή Ν. Ε. (2005). Σχέσεις των φύλων και αγορά εργασίας στο πλαίσιο της  Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Επιστημονική Επετηρίδα του τμήματος ΟΔΕ του   Πανεπιστημίου Πειραιώς, τιμητικός Τόμος Καθηγητή Κοδοσάκη, 2001.
     Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2001) Εκπαιδευτικές και επαγγελματικές επιλογές των δύο φύλων : ο ρόλος του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, στο Σιδηροπούλου – Δημακάκου Δ. (2001) Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός. Αθήνα : Διδακτικές Σημειώσεις
     Σιδηροπούλου-Δημακάκου, Δ. (2002) Επαγγελματική Αξιολόγηση και Συμβουλευτική των Γυναικών, στο Κασσωτάκης, Ι.Μ .(2004). Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός, Θεωρία και Πράξη, σελ. 623 – 632. Αθήνα. Εκδόσεις : Τυπωθήτω
           

Δεν υπάρχουν σχόλια: